τοξεύω


τοξεύω
стреляю (из лука), поражаю стрелой

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "τοξεύω" в других словарях:

  • τοξεύω — shoot with the bow pres subj act 1st sg τοξεύω shoot with the bow pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξεύω — τοξεύω, τόξεψα και τόξευσα βλ. πίν. 17 , βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • τοξεύω — ΝΜΑ [τόξον] 1. ρίχνω με το τόξο 2. συνεκδ. χτυπώ, τραυματίζω κάποιον με βέλος («τοξεύειν ἔλαφον», Αριστοτ.) 3. (γενικά) εκτοξεύω, εξακοντίζω, εξαπολύω (α. «τοξεύειν ὕμνους», Πίνδ. β. «ταῡτα νοῡς ἐτόξευσεν μάτην», Ευρ.) αρχ. 1. βάλλω εναντίον… …   Dictionary of Greek

  • τοξεύω — [токсэво] р. стрелять из лука …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • τοξεύω — τόξεψα, τοξεύτηκα 1. ρίχνω με το τόξο: Οι Σκύθες τόξευαν πάνω σε άλογα. 2. τραυματίζω με το βέλος που ρίχνω: Τοξεύτηκε στο γόνατο. 3. εκτοξεύω, εκσφενδονίζω: Οι γυναίκες τόξευαν πέτρες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τοξεύετε — τοξεύω shoot with the bow pres imperat act 2nd pl τοξεύω shoot with the bow pres ind act 2nd pl τοξεύω shoot with the bow imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξεύσουσι — τοξεύω shoot with the bow aor subj act 3rd pl (epic) τοξεύω shoot with the bow fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) τοξεύω shoot with the bow fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξεύσουσιν — τοξεύω shoot with the bow aor subj act 3rd pl (epic) τοξεύω shoot with the bow fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) τοξεύω shoot with the bow fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξεύσω — τοξεύω shoot with the bow aor subj act 1st sg τοξεύω shoot with the bow fut ind act 1st sg τοξεύω shoot with the bow aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξεύῃ — τοξεύω shoot with the bow pres subj mp 2nd sg τοξεύω shoot with the bow pres ind mp 2nd sg τοξεύω shoot with the bow pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετοξευκότα — τοξεύω shoot with the bow perf part act neut nom/voc/acc pl τοξεύω shoot with the bow perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)